Στον αγώνα 3UltraSummits 215 χλμ. ο Βασίλης Γαλάνης !

Άλλη μια μοναδική εμπειρία έζησε ο δρομέας του Συλλόγου μας Βασίλης Γαλάνης ! Αυτήν τη φορά βρέθηκε στο Τείχιο Φωκίδας και συμμετείχε στον αγώνα 3UltraSummits συνολικής απόστασης 215 χλμ. Στο κείμενο που ακολουθεί ο Βασίλης γράφει για την μοναδική εμπειρία που έζησε . Πολλά συγχαρητήρια Βασίλη για την υπερπροσπάθεια σου και ευχόμαστε καλή αποκατάσταση . Ακολουθεί το κείμενο :

Μετά από παρέλευση ενός έτους από την παρουσία μου στο φεστιβάλ αγώνων ορεινού τρεξίματος του Chamonix και την συμμετοχή μου στον CCC/UTMB, θα προσπαθήσω και πάλι να γράψω ένα κείμενο για έναν αγώνα, που όπως και τότε τον βίωσα ως μία εμπειρία υπέρβασης, μία εμπειρία ζωής πολύ ευρύτερη από έναν απλό αγώνα.

Την Πέμπτη 24/09/2020, λοιπόν, βρέθηκα στον Δαφνό Φωκίδας, ένα απομονωμένο ορεινό χωριό με 1000μ υψόμετρο, στις πλαγιές των Βαρδουσίων, μιας και εκεί θα δίνονταν η εκκίνηση του 3UltraSummits, ενός αγώνα 215χλμ και 11000μ θετικής υψομετρικής διαφοράς, με χρονικό όριο τερματισμού τις 60 ώρες στο Τείχιο Φωκίδας (όπου και η έδρα της διοργάνωσης), και με βασικά χαρακτηριστικά την ημιαυτονομία των αθλητών (μόνο 6 σταθμοί ανεφοδιασμού και 2 dropbags) και το ορειβατικό τερέν . Ο αγώνας αυτός είναι το αποτέλεσμα μιας σταδιακής διεργασίας, με συνεχή προσθήκη νέων τμημάτων μονοπατιών κατά τα περασμένα έτη, με τελικό στόχο να προκύψει μία κυκλική διαδρομή (αφετηρία και τερματισμός στο Τείχιο) η οποία μεταξύ άλλων θα περνά από τις κορυφές τριών εμβληματικών βουνών της περιοχής – των Βαρδουσίων, της Γκιώνας και του Παρνασσού-όλες τους κοντά στα 2500μ. Για τις ανάγκες του αγώνα, λοιπόν, βαν της διοργάνωσης μετέφεραν το πρωί της Πέμπτης τους 12 συμμετέχοντες από το Τείχιο στον Δαφνό και εκεί μετά τις απαραίτητες προετοιμασίες δόθηκε η εκκίνηση στις 11:00.

Η διαδρομή καταρχάς κινήθηκε για αρκετά χιλιόμετρα σε ανηφορικό δασικό δρόμο στην πλαγιά των Βαρδουσίων και στην συνέχεια ο αθλητής εισέρχονταν σε ορειβατικό μονοπάτι μεγάλης κλίσης και σκληροτράχηλου τερέν που τον οδηγούσε σ την κορυφή των Βαρδουσίων, τον Κόρακα με υψόμετρο 2495μ, στο 18ο χλμ του αγώνα. Στην κορυφή υπήρχε άνθρωπος της διοργάνωσης που έκανε καταγραφή και ο αθλητής επέστρεφε από το ίδιο ορειβατικό μονοπάτι στον δασικό δρόμο που είχε αφήσει προηγουμένως και συνέχιζε κατηφορικά πλέον μέσα από μονοπάτι με διάφορες εναλλαγές στο τερέν και στο τοπίο, μέχρι το χωριό Μουσουνίτσα ή Αθ. Διάκος, στα 860-900μ υψόμετρο (27ο χλμ), στις ανατολικές πλαγιές των Βαρδουσίων, όπου βρίσκονταν και ο πρώτος σταθμός ανεφοδιασμού, με τροφή, νερό, ομάδα διάσωσης και λοιπές παροχές. Φεύγοντας από το χωριό αυτό ακολουθούσε αρχικά κατηφορική και αργότερα ανηφορική διαδρομή, με εναλλαγές ασφάλτου, χωματόδρομου και μονοπατιού, καθώς και κίνηση πλάι στα νερά του Μόρνου, μέχρι την Στρώμη, χωριό σε πλαγιά της Γκιώνας, με υψόμετρο περί τα 900μ, στο 40ο περίπου χλμ της διαδρομής, όπου ναι μεν δεν υπήρχε σταθμός ανεφοδιασμού, αλλά οι αθλητές ανεφοδιάζονταν με νερό, από την βρύση στην πλατεία του χωριού.

Από την Στρώμη, με βάση τον αρχικό σχεδιασμό του αγώνα, θα ξεκινούσε η ανάβαση στην Γκιώνα και την κορυφή της. Η σφοδρή κακοκαιρία, όμως, που προηγήθηκε (βλ. Ιανός), προκάλεσε εκτεταμένες καταστροφές στα μονοπάτια και έτσι η διοργάνωση προχώρησε αναγκαστικά σε τροποποίηση της διαδρομής, «κόβοντας» την κορυφή της Πυραμίδας και την ανάβαση σε αυτή. Ανηφορικό μονοπάτι μετά την Στρώμη μας οδήγησε σε δασικό δρόμο στον οποίο, επίσης, ήταν εμφανή τα σημάδια της προηγηθείσης κακοκαιρίας, με ρέματα από το βουνό να καταλήγουνε σε διάφορα σημεία και να κάνουνε αναγκαστική την κίνηση μέσα σε νερό, ευτυχώς χαμηλής σταθμής. Κάπου εκεί είχε βραδιάσει και συνέχισα την πορεία μου με φακό κεφαλής. Το επόμενο χωριό που συνάντησα, μετά και από ένα κομμάτι ασφάλτου ήταν η Βίνιανη, στο 67ο χλμ πλέον, με υψόμετρο 520μ και τον 2ο σταθμό ανεφοδιασμού. Εκεί εκτός από φαγητό και νερό, δέχθηκα και μια πρώτη περιποίηση στα πέλματα μου από την διασωστική ομάδα και αναχώρησα, ξημερώματα πια, έχοντας μπροστά μου μία ανάβαση διαρκείας και εν συνεχεία μια πολύ απότομη κατάβαση μέχρι την Αγόριανη.  Το αξιοσημείωτο της βραδιάς ήταν ο πεντακάθαρος έναστρος ουρανός (σημάδι για την καλοκαιρία της Παρασκευής). Πρώτη φορά έβλεπα την Μεγάλη Άρκτο τόσο κόντα, που σου έδινε όλο και περισσότερο την εντύπωση, όσο ανέβαινες, ότι αν σήκωνες το χέρι σου, μπορεί να άγγιζες τα αστέρια – έσβησα τον φακό και έμεινα για λίγο «μαγεμένος» να παρατηρώ τον θόλο του ουρανού και τους αστερισμούς. Συνέχισα την πορεία μου και σταδιακά άρχισα να έρχομαι αντιμέτωπος με σημάδια νύστας, οπότε όπως είχα προαποφασίσει χρησιμοποίησα ταμπλέτες καφείνης για να ανταπεξέλθω. Παρόλα αυτά πέρασα ένα αρκετά δύσκολο δίωρο, 4-6, όπου χάθηκα και κάποιες φορές και κατόπιν εορτής εκτιμώ ότι ήταν λάθος η επιλογή μου να μην κοιμηθώ στον σταθμό της Βίνιανης. Η κατάβαση που ακολούθησε αργότερα προς την Αγόριανη ήταν δυστυχώς τραυματική, όπου λόγω της πολύ μεγάλης κλίσης, αναπόφευκτα, τα μεγάλα δάχτυλα των ποδιών προσέκρουαν βίαια στο παπούτσι, δημιουργώντας μία αίσθηση αρκετά δυσάρεστη. Τελικά λίγο πριν το χάραμα μπήκα στην έρημη Αγόριανη (υψόμετρο 850μ) στο 89ο χλμ, όπου ανεφοδιάστηκα και με νερό από την βρύση του χωριού. Συνέχισα με το μυαλό μου στο 100ο χλμ και το σταθμό ανεφοδιασμού και το 1ο μου Dropbag, που θα έβρισκα στο χωριό Πολύδροσο (380μ) στους πρόποδες του Παρνασσού. Στο κομμάτι αυτό με κυρίευσε σταδιακά μία έντονη ανυπομονησία, που αποτελεί κακό σύμβουλο, μιας και μπορεί να οδηγήσει σε τραυματισμό και να τελειώσει άδοξα τον αγώνα. Προσπάθησα να ελέγξω κατά το δυνατόν τα συναισθήματα και τις σκέψεις μου και τελικά έφτασα κάποια στιγμή πλέον στο Πολύδροσο, με ανεβασμένη ψυχολογία, μιας και είχε ξημερώσει εδώ και ώρα και ακολουθούσε ξεκούραση και φαγητό.

Ο σταθμός στο Πολύδροσο έκλεινε στη μία το μεσημέρι (26 ώρες από την έναρξη) και εγώ ήμουνα εκεί ήδη από τις 9 περίπου. Η συνθήκη αυτή δημιούργησε μια ψευδαίσθηση χαλαρότητας και σπαταλήθηκε χρόνος ακόμα και σε επαγγελματικά τηλεφωνήματα, μιας και ανοίγοντας το τηλέφωνο, βρήκα διάφορες εκκρεμότητες. Έφαγα, άλλαξα  ρούχα εκμεταλλευόμενος το dropbag, αναδιέταξα τα πράγματα στο σακιδιό μου και κάπως έτσι ξαφνικά αντιλήφθηκα ότι είχε περάσει αρκετός χρόνος και ότι το επόμενο κλείσιμο (καταφύγιο Δέφνερ) ήταν σχετικά οριακό. Μέχρι εκείνη την στιγμή δεν είχα αγχωθεί για κάποιο κλείσιμο σταθμού, αλλά τώρα τα πράγματα φαινόταν να αλλάζουνε. Συνειδητοποίησα ότι θα έπρεπε να κάνω μια αγωνιστική ανάβαση 18χλμ μέχρι την κορυφή Λιάκουρα του Παρνασσού (από τα 380μ στα 2457μ) με καλοκαιρινό ήλιο και στενά χρονικά περιθώρια (με ήδη 100χλμ και αρκετά υψομετρικά στα πόδια μου) και η απογοήτευσή μου ήταν τέτοια που σκέφθηκα ακόμα και την εγκατάλειψη. Οι αγώνες Ultra είναι πάντα εκτός από σωματική και μία σκληρή πνευματική και ψυχολογική δοκιμασία και απαιτούνε τιθάσευση, κατά το δυνατόν, των συναισθημάτων και στοχοπροσήλωση. Κατέληξα μέσα μου στο ότι ένας ενδεχόμενος αποκλεισμός στον επόμενο σταθμό θα ήταν προτιμότερος από την πρόωρη εγκατάλειψη  και συνέχισα. Ο ιδρώτας κυλούσε ασταμάτητα στο πρώτο κομμάτι της ανάβασης, λόγω της έντονης ηλιοφάνειας και της μεγάλης κλίσης, αλλά ευτυχώς από κάποιο σημείο και μετά η διαδρομή μπήκε στο δάσος και έγινε πιο ευχάριστη. Ο Παρνασσός ήταν πανέμορφος,σε κάποιο σημείο μάλιστα συνάντησα και άγρια άλογα και η ψυχολογία μου είχε αλλάξει. Σε ένα ασφάλτινο κομμάτι, όμως, λίγο πριν το χιονοδρομικό, μία πρώτη αίσθηση αδυναμίας έκανε την  εμφάνισή της. Βρήκα ένα κομμάτι ίσκιου, σταμάτησα λίγο, έφαγα κάτι και ξαναξεκίνησα σιγά σιγά μέχρι το χιονοδρομικό. Εκεί με περίμενε ένα από τα χειρότερα τμήματα του αγώνα. Ο συνδυασμός της έντονης ζέστης (ήταν μεσημέρι), της μεγάλης κλίσης και ενός τερέν γεμάτο πέτρες, αλλά και χόρτα κατά διαστήματα, έκανε την κίνηση πολύ δύσκολη. Το Ultra Trail έδειχνε το σκληρό του πρόσωπο και το βουνό έκανε επίδειξη δύναμης. Το ρολόι μου έδειχνε ρυθμό 30 λεπτά το χιλιόμετρο και η ανάβαση μου θύμιζε τον γολγοθά στο Σκολιό του Ολύμπου. Η έντονη κόπωση σε συνδυασμό με την σκέψη ότι ακολουθούνε ακόμα 100 χλμ μέχρι τον τερματισμό με κατέβαλλε ψυχολογικά.  «Η αυτοπεποίθηση του αθλητή δοκιμάζεται όταν δεν πάει καλά ο αγώνας» – έπρεπε να συνεχίσω… Με επιμονή και υπομονή βγήκα τελικά από αυτήν την δοκιμασία και για καλή μου τύχη ακολουθούσε χωματόδρομος για λίγα χλμ μέχρι την είσοδο του μονοπατιού που οδηγούσε στην κορυφή. Κατά την τελική ανάβαση, δυστυχώς, δεύτερη φάση αδυναμίας έκανε την εμφάνισή της συνοδευόμενη και από χασμουρητά, αλλά τελικά ξεπεράστηκε και φτάνοντας στην κορυφή Λιάκουρα, είδα ότι μου απέμενε όχι πολύς μεν, αλλά αρκετός χρόνος δε, για τα 7 χλμ μέχρι το καταφύγιο Δέφνερ, που ήταν και το επόμενο χρονικό όριο του αγώνα. Η συνέχεια είχε εναλλαγές κατάβασης και ανάβασης σε σκληρό αλπικό τερέν που δοκίμαζε τα πέλματα μου, μέχρι τον Γεροντόβραχο (2η ψηλότερη κορυφή του Παρνασσού στα 2367μ) και από εκεί συνεχόμενη κατάβαση σε παρόμοιο τερέν, οπότε και έφτασα στο καταφύγιο, στο 125ο χλμ, στις 7 περίπου το απόγευμα της Παρασκευής. Στην μία ώρα που απέμενε μέχρι το κλείσιμο, έφαγα, ήπια ένα ζεστό τσάι, άλλαξα κάλτσες, φόρτισα το ρολόι και το κινητό μου, έκανα μασάζ στα πόδια μου και ξάπλωσα ένα 20λεπτο, χωρίς δυστυχώς να μπορέσω να κοιμηθώ, αλλά αποκόμισα την αίσθηση ότι ξεκουράστηκα κάπως.

Αναχωρώντας από το καταφύγιο με φακό κεφαλής και πάλι, μιας και είχε βραδιάσει, εμφορούμουνα από θετικά συναισθήματα και σκέψεις, αναφορικά με την εξέλιξη του αγώνα, πρώτον διότι ακολουθούσε παρατεταμένη κατηφόρα και δεύτερον διότι είχα «ξεμπερδέψει» με τις μεγάλες συνεχόμενες αναβάσεις αρκετών χιλιομέτρων και πολλών υψομετρικών. Ακολουθούσανε βέβαια 3 βουνά στην τελική φάση του αγώνα, αλλά εκτιμούσα ότι η κατάσταση ήταν διαχειρίσιμη, δεδομένων και των χρονικών περιθωρίων (υπολείπονταν ακόμα 27 ώρες μέχρι το τελικό χρονικό όριο του αγώνα).

Η κατάβαση καταρχάς περιελάμβανε ένα κομμάτι μέσα σε ελατόδασος και κατεβαίνοντας σταδιακά έφτασα στα λιβάδια Αράχοβας. Από εκεί με εναλλαγές σε άσφαλτο καταρχάς και χωματόδρομο στην συνέχεια προσέγγισα το μονοπάτι για Δελφούς. Σε πρώτη φάση κινήθηκα μέσα σε δάσος και εν συνεχεία ακολούθησε κατάβαση από πετρόκτιστο αρχαίο μονοπάτι (με πανοραμική θέα στον αρχαιολογικό χώρο των Δελφών), που με οδήγησε τελικά στους Δελφούς, περίπου στο 142ο χλμ. Η πορεία συνέχισε να είναι κατηφορική μέχρι το χωριό Χρυσό και αργότερα κατέληξα σε επίπεδη πλέον διαδρομή να διασχίζω κάποιους ελαιώνες. Εκεί διασταυρώθηκα μάλιστα, στις 3 περίπου τα ξημερώματα και με κάποια σκυλιά, που ευτυχώς τελικά δεν αποδείχθηκαν επικίνδυνα. Πλέον στο μυαλό μου βρίσκονταν η Αγία Ευθυμία, το χωριό με τον επόμενο σταθμό ανεφοδιασμού (έκλεινε στις 7), όπου και σκόπευα να κοιμηθώ, ώστε να μπω με δυνάμεις στο τελευταίο τμήμα του αγώνα. Άρχισε ένα ανηφορικό κομμάτι και σταδιακά η ανυπομονησία μου και η πίστη μου ότι η άφιξη στην Αγία Ευθυμία πλησιάζει, μεγάλωνε. Κάποια στιγμή μπήκα στο χωριό, αλλά δεν υπήρχε ίχνος σταθμού ανεφοδιασμού. Μέσα στην ερημιά γύρω στις 4.30 τα ξημερώματα εμφανίστηκε ένα αυτοκίνητο. Έκανα νόημα στον οδηγό να τον ρωτήσω και η απάντησή του μου προκάλεσε σοκ. Λανθασμένοι υπολογισμοί σε συνδυασμό με την κόπωση με είχαν μπερδέψει-δεν βρισκόμουνα στην Αγία Ευθυμία, αλλά στο προηγούμενο χωριό το Σερνικάκι. Έβγαλα γρήγορα το σχεδιάγραμμα του αγώνα από το σακίδιο και διαπίστωσα με τρόμο ότι με χωρίζανε 5χλμ από την Αγία Ευθυμία, εκ των οποίων τα πρώτα 1,5-2 χλμ, ήταν ανηφορικό μονοπάτι μεγάλης κλίσης. Ακολούθησε υπερπροσπάθεια μεγάλης έντασης, ώστε να καταφέρω το γρηγορότερο δυνατόν να βρεθώ στον σταθμό ανεφοδιασμού, για να ξεκουραστώ όσο πιο πολύ γίνονταν ενόψει της τελευταίας φάσης του αγώνα. Η προσπάθεια απέδωσε καρπούς και σε περίπου 70 λεπτά βρέθηκα στον σταθμό (157ο χλμ), περίπου στις 6 παρά τέταρτο, Σάββατο ξημερώματα. Εκεί έφαγα, άλλαξα, φόρτισα τις συσκευές μου, κοιμήθηκα και στις 7 (είχε ήδη ξημερώσει) με το κλείσιμο του σταθμού αναχώρησα αποφασισμένος για τερματισμό.

Με εναλλαγές ήπιου μονοπατιού και χωματόδρομου βρέθηκα στο επόμενο χωριό, την Βουνιχώρα, από όπου ξεκινούσε ανάβαση στο όρος Κοκκινάρι (τμήμα του όρους Γκιώνα). Ξεκίνησα να κινούμαι σε χωματόδρομο ήπιας κλίσης όταν και πρωτοπαρατήρησα γκρίζα σύννεφα να μαζεύονται πάνω από το βουνό. Φαινόταν να είναι θέμα χρόνου η έναρξη βροχόπτωσης και όντως δεν άργησαν να πέσουν οι πρώτες σταγόνες. Σταμάτησα, φόρεσα το αντιανεμικό μου και συνέχισα την πορεία μου, μέχρι που ο χωματόδρομος με οδήγησε στην είσοδο του μονοπατιού. Η βροχή συνέχιζε με αμείωτη ένταση, αλλά η αίσθηση δεν μου ήταν δυσάρεστη. Χρειαζόταν λίγο περισσότερο προσοχή, λόγω ολισθηρότητας στις λάσπες, αλλά το προτιμούσα από την εμπειρία της προηγούμενης ημέρας με την έντονη ηλιοφάνεια. Η βροχόπτωση συνεχιζόταν με αυξανόμενη ένταση και αυτό με έβαζε σε σκέψεις για την συνέχεια μιας και ακολουθούσε και μία αρκετά απότομη κατάβαση, για την οποία μας είχε προειδοποιήσει και η διοργάνωση στην τεχνική ενημέρωση (η «κατάβαση του Μαλανδρίνου»), αλλά επί του παρόντος δεν υπήρχε ακόμα πρόβλημα. Το «πρόβλημα» εμφανίστηκε λίγο αργότερα, όταν φτάνοντας στο υψηλότερο σημείο της ανάβασης αυτής, στα 1310μ, στο 170ο χλμ της διαδρομής ξέσπασε καταιγίδα με κεραυνούς και έντονη χαλαζόπτωση. Έλυσα τα μπατόν μου και τα έκρυψα μέσα στο αντιανεμικό μου (μιας και μπορούν να λειτουργήσουν ως αλεξικέραυνα υπό αυτές τις συνθήκες) βρήκα ένα σημείο να «κρυφτώ» και τηλεφώνησα στα τηλέφωνα ανάγκης της διοργάνωσης. Μετά από σύντομη επικοινωνία αναζήτησα και πάλι το μονοπάτι – στιγμιαία μέσα στον πανικό που επικράτησε έχασα την σηματοδότηση και ξεκίνησα με μεγάλη προσοχή την περίφημη κατάβαση του Μαλανδρίνου εν μέσω έντονης βροχόπτωσης (τουλάχιστον το χαλάζι είχε σταματήσει). Φτάνοντας στο Μαλανδρίνο, στο 172,5ο χλμ με παρέλαβε βαν της διοργάνωσης και πληροφορήθηκα ότι ο αγώνας είχε διακοπεί για λόγους ασφαλείας. Εκτός από την πολύ δυνατή βροχόπτωση και τον έντονο αέρα, που έθεταν σε κίνδυνο οποιονδήποτε κινούνταν στον δρόμο στην περιοχή εκείνη την στιγμή (μεγάλες ποσότητες νερού κατέβαιναν από το βουνό), στο αμέσως επόμενο χωριό της Βραίλας, στο 178,5ο χλμ (6 κατηφορικά χλμ μετά το Μαλανδρίνο) υπήρξε υπερχείλιση της κοίτης ενός ξεραμένου ποταμού και έτσι όσοι δεν είχαν περάσει από εκεί ήταν αδύνατον να συνεχίσουν τον αγώνα. Μάλιστα λίγο πριν την υπερχείλιση υπήρξε αθλητής εντός της κοίτης, ο οποίος ευτυχώς πρόλαβε και δεν παρασύρθηκε από τα νερά.

Ο τελικός απολογισμός είναι ότι 2 αθλητές πρόλαβαν και τερμάτισαν τον αγώνα τα ξημερώματα του Σαββάτου, πριν το ξέσπασμα της κακοκαιρίας, 2 αθλητές τερμάτισαν μετά το ξέσπασμα της κακοκαιρίας, μιας και βρίσκονταν σε προχωρημένο σημείο και συγκεκριμένα στα Τρίκορφα, που ήταν και το τελευταίο βουνό της διαδρομής, πάνω από το Τείχιο, 6 αθλητές ( 4 στην Βραίλα και 2 στο Μαλανδρίνο) αναγκάστηκαν να διακόψουν τον αγώνα για λόγους ασφαλείας, ενώ υπήρξαν νωρίτερα και 2 εγκαταλείψεις.

Προσωπικά για εμένα η 48ώρη αυτή προσπάθεια αποτελεί την κορυφαία μέχρι σήμερα Ultra Trail εμπειρία και ο μη-τερματισμός δεν μου αφήνει κανένα ίχνος πικρίας. Χάρηκα που γνώρισα την ομάδα του TihioRace από κοντά, μία ομάδα νέων και ευγενικών ανθρώπων, που με τις ποικίλες δράσεις τους αποτελούν την ζωντανή απόδειξη ότι το άθλημα έχει «μέλλον».

Η πλήρης καταγραφή/αναπαράσταση της διαδρομής μου στον αγώνα μπορεί να ιδωθεί εδώ:  

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.